Σε ισχύ παραμένει η δικαστική απόφαση που αναγνώρισε στον Αμερικανό τραγουδοποιό Cyril Vetter την κυριότητα των δικαιωμάτων του τραγουδιού «Double Shot (Of My Baby’s Love)» σε παγκόσμια κλίμακα. Η εξέλιξη καταγράφεται στο επίσημο docket του Ανώτατου Δικαστηρίου[1] και επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητο ρεπορτάζ του Reuters[2].
Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν εξέδωσε κανονική απόφαση επί της ουσίας. Τέσσερις από τους εννέα δικαστές δεν συμμετείχαν στην εξέταση της υπόθεσης, χωρίς να ανακοινωθεί ο λόγος της αποχής τους. Επειδή δεν υπήρχε η απαιτούμενη απαρτία, το δικαστήριο εφάρμοσε ειδική διάταξη της αμερικανικής νομοθεσίας και επικύρωσε την απόφαση του ομοσπονδιακού εφετείου με το ίδιο αποτέλεσμα που θα είχε μια ισοψηφία.
Η διάκριση έχει σημασία. Η απόφαση του κατώτερου δικαστηρίου παραμένει δεσμευτική για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη που να λύνει οριστικά το ζήτημα για ολόκληρες τις ΗΠΑ.
Από μια συμφωνία του 1963 σε μια παγκόσμια διαφορά
Ο Vetter και ο Donald Smith έγραψαν το «Double Shot» στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και μεταβίβασαν τα δικαιώματα στον εκδοτικό οίκο Windsong Music Publishers το 1963. Η πιο γνωστή ηχογράφηση του τραγουδιού κυκλοφόρησε από τους Swingin’ Medallions το 1966.
Η αμερικανική νομοθεσία επιτρέπει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε δημιουργούς ή στους κληρονόμους τους να ανακαλέσουν παλαιές μεταβιβάσεις πνευματικών δικαιωμάτων. Ο μηχανισμός δημιουργήθηκε για να προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία σε δημιουργούς που είχαν παραχωρήσει έργα πριν γίνει γνωστή η πραγματική εμπορική τους αξία.
Ο Vetter απέστειλε σχετική γνωστοποίηση το 2019, με ισχύ από το 2022. Η διαφορά προέκυψε όταν ο ίδιος υποστήριξε ότι η ανάκληση κάλυπτε το σύνολο των δικαιωμάτων που είχε αρχικά μεταβιβάσει, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων εκτός ΗΠΑ. Η Resnik Music Group, που είχε αποκτήσει τα συμφέροντα της Windsong, υποστήριξε ότι η αμερικανική διαδικασία μπορούσε να επηρεάσει μόνο τα δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ομοσπονδιακό δικαστήριο στη Λουιζιάνα δικαίωσε τον Vetter το 2025. Τον Ιανουάριο του 2026, η απόφαση του Εφετείου της Πέμπτης Περιφέρειας[3] επικύρωσε την κρίση, αναγνωρίζοντας ότι ο δημιουργός είχε ανακτήσει τα σχετικά δικαιώματα σε ολόκληρο τον κόσμο.
Γιατί αντέδρασαν οι μεγάλοι όμιλοι
Μετά την εφετειακή απόφαση, εκδοτικοί βραχίονες των BMG, Sony Music, Universal Music Group και Warner Music απέκτησαν το επίδικο συμφέρον και προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο.
Στην αίτηση επανεξέτασης των μουσικών ομίλων[4] υποστήριξαν ότι η απόφαση ανατρέπει δεκαετίες πρακτικής στη διεθνή αδειοδότηση. Σύμφωνα με τη θέση τους, δεν υπάρχει ενιαίο «παγκόσμιο copyright», αλλά ξεχωριστά, εδαφικά δικαιώματα που διέπονται από το δίκαιο κάθε χώρας. Προειδοποίησαν επίσης ότι μια ευρεία εφαρμογή της απόφασης θα μπορούσε να επηρεάσει συμβάσεις για μουσική, κινηματογράφο, streaming και παράγωγα έργα. Πρόκειται για ισχυρισμούς των προσφευγόντων και όχι για διαπιστώσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Στο υπόμνημα αντίκρουσης της πλευράς Vetter[5] υποστηρίζεται ότι η αρχική σύμβαση είχε μεταβιβάσει παγκόσμια δικαιώματα και ότι η ανάκληση επέστρεψε στον δημιουργό όσα ακριβώς είχε παραχωρήσει. Η πλευρά του Vetter υποστήριξε επίσης ότι δεν υπήρχε ακόμη σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών ομοσπονδιακών εφετείων που να απαιτεί άμεση παρέμβαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Τι αλλάζει και τι δεν αλλάζει
Για τον Vetter, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι σαφές: η δικαστική αναγνώριση των παγκόσμιων δικαιωμάτων του συγκεκριμένου τραγουδιού παραμένει ενεργή.
Για τη μουσική βιομηχανία, η εικόνα είναι λιγότερο οριστική. Η απόφαση του Πέμπτου Εφετείου αποκτά μεγαλύτερη πρακτική βαρύτητα, ιδιαίτερα σε διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία του. Δεν αποτελεί όμως απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που επιβάλλει ενιαίο κανόνα σε όλες τις ομοσπονδιακές περιφέρειες.
Αυτό σημαίνει ότι το βασικό νομικό ερώτημα μπορεί να επιστρέψει μέσα από διαφορετική υπόθεση, με πλήρη σύνθεση δικαστών ή με σύγκρουση μεταξύ εφετείων. Μέχρι τότε, δημιουργοί, εκδότες και εταιρείες που διαχειρίζονται παλαιούς διεθνείς καταλόγους έχουν έναν ακόμη λόγο να εξετάζουν προσεκτικά τη διατύπωση των αρχικών συμβάσεων και τη γεωγραφική έκταση κάθε μεταβίβασης.