Το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ξεκινούν ένα δωδεκάμηνο ερευνητικό πρόγραμμα που φιλοδοξεί να μετατρέψει διάσπαρτο και αδόμητο ψηφιακό υλικό σε λειτουργική υποδομή γνώσης. Η προγραμματική σύμβαση έχει προϋπολογισμό 310.000 ευρώ και χρηματοδοτείται από πόρους του ΥΠΠΟ. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της 18ης Μαρτίου 2026, το έργο εντάσσεται σε μια ευρύτερη συνεργασία για τον ψηφιακό πολιτισμό και την αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογιών στην προστασία, τη μελέτη και την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το Εργαστήριο Συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης και Μάθησης του ΕΜΠ αναλαμβάνει να υποστηρίξει την ανάπτυξη γνωσιακών βάσεων και εξειδικευμένων εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης. Η αναφορά σε αρχιτεκτονική RAG έχει ιδιαίτερη σημασία. Σε ένα τέτοιο σύστημα, το γλωσσικό μοντέλο δεν καλείται να απαντήσει μόνο από όσα έχει μάθει κατά την εκπαίδευσή του. Πρώτα αναζητεί σχετικά τεκμήρια σε ένα ελεγχόμενο σώμα πληροφοριών και έπειτα συνθέτει την απάντησή του με βάση αυτά.
Από την ψηφιοποίηση στη σύνδεση
Η ουσιαστική αλλαγή δεν είναι απλώς ότι τα αρχεία θα γίνουν ψηφιακά. Πολλά τεκμήρια είναι ήδη ψηφιοποιημένα, αλλά παραμένουν κατανεμημένα σε διαφορετικές υπηρεσίες, βάσεις και μορφότυπους. Μια γνωσιακή βάση μπορεί να συνδέσει ένα μνημείο με τη χρονολογία του, τις επεμβάσεις συντήρησης, τις διοικητικές πράξεις, τη σχετική βιβλιογραφία και το φωτογραφικό υλικό. Έτσι, μια υπηρεσία ή ένας ερευνητής μπορεί να εντοπίζει σχέσεις που σήμερα απαιτούν αναζήτηση σε πολλά ασύνδετα συστήματα.
Το πρόγραμμα προβλέπει επίσης πιλοτικές εφαρμογές συνομιλιακής αλληλεπίδρασης για την υποστήριξη αποφάσεων σχετικά με μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Παράλληλα, σχεδιάζεται η ψηφιακή οργάνωση υλικού για χριστιανικά και οθωμανικά μνημεία και η αξιοποίησή του σε εκπαιδευτικές και τουριστικές εφαρμογές μέσω συστημάτων γεωγραφικών πληροφοριών.
Η ακρίβεια δεν παράγεται αυτόματα
Η αρχιτεκτονική RAG μπορεί να περιορίσει τις αυθαίρετες απαντήσεις ενός μοντέλου, δεν τις εξαφανίζει. Αν τα αρχικά δεδομένα έχουν κενά, ασαφείς χρονολογήσεις ή ανεπαρκή μεταδεδομένα, το σύστημα θα κληρονομήσει τα ίδια προβλήματα. Χρειάζεται κάθε απάντηση να οδηγεί στα τεκμήρια που τη στηρίζουν, με σαφή διάκριση ανάμεσα σε καταγεγραμμένο γεγονός, επιστημονική υπόθεση και αυτόματη σύνθεση.
Για τα δεδομένα πολιτιστικής κληρονομιάς, η ιχνηλασιμότητα είναι όρος επιστημονικής αξιοπιστίας. Το ίδιο ισχύει για τα δικαιώματα χρήσης. Μια φωτογραφία μπορεί να απεικονίζει έργο κοινού κτήματος, αλλά η ίδια η λήψη να προστατεύεται. Ένα διοικητικό έγγραφο μπορεί να είναι δημόσιο, αλλά να περιέχει προσωπικά δεδομένα. Η μετατροπή διαφορετικών συλλογών σε κοινή υποδομή απαιτεί κανόνες πρόσβασης ανά κατηγορία υλικού.
Τι θα δείξει αν το έργο πέτυχε
Η επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από την παρουσίαση ενός νέου chatbot. Πιο ουσιαστικοί δείκτες είναι αν οι υπηρεσίες εντοπίζουν γρηγορότερα το σωστό τεκμήριο, αν οι απαντήσεις παραπέμπουν σταθερά στην προέλευσή τους και αν οι ειδικοί μπορούν να διορθώνουν λάθη χωρίς να χρειάζεται να ξαναχτιστεί ολόκληρο το σύστημα. Χρειάζεται επίσης να δημοσιοποιηθούν οι κατηγορίες δεδομένων που θα χρησιμοποιηθούν, η διαδικασία ποιοτικού ελέγχου και τα όρια κάθε πιλοτικής εφαρμογής.
Το έργο ανοίγει μια πραγματική δυνατότητα: το ψηφιακό πολιτιστικό απόθεμα να πάψει να λειτουργεί ως σύνολο απομονωμένων αρχείων και να γίνει ενεργό εργαλείο διοίκησης και έρευνας. Η αξία του, όμως, θα εξαρτηθεί από κάτι λιγότερο εντυπωσιακό από την τεχνητή νοημοσύνη και περισσότερο θεμελιώδες: καλή τεκμηρίωση, καθαρά δικαιώματα, διαρκή επιμέλεια και υπεύθυνο ανθρώπινο έλεγχο. Το δωδεκάμηνο χρονοδιάγραμμα είναι σύντομο, άρα τα πρώτα παραδοτέα πρέπει να αντιμετωπιστούν ως πιλοτική βάση και όχι ως τελειωμένο εθνικό σύστημα.

